ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ    ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

 

τομος : Ο Θρυμματισμενος Κοσμος - PDF http://is.gd/UThROX


 

 

 

 

0

 

1

 

2

 

3

 

4

 

5

 

6

 

7

 

8

 

9

 

10

 

11

 

12

 

13

 

14

 

15

 

16

 

17

 

18

 

19

 

20

 

21

 

22

 

23

 

24

 

25

 

26

 

27

 

28

 

29

 

30

 

31

 

32

 

33

 

34

 

35

 

36

 

37

 

38

 

39

 

40

 

41

 

42

 

43

 

44

 

45

 

46

 

47

 

48

 

49

 

…Δεν αρχιζει ομως με τον Πλατωνα… αυτη η αξιοθρηνητη πλευρα της δραστηριοτητας των διανοουμενων απεναντι σην ιστορια, δηλαδη η εκλογικευση του πραγματικου… η νομιμοποιηση των υπαρχουσων εξουσιων… [Αυτη η ταση] επανασυνδεεται… με τις αρχαϊκες φασεις της ανθρωπινης ιστοριας, για τις οποιες οι εκαστοτε υπαρχοντες θεσμοι ειναι ιεροι, και η οποια κατορθωνει να θεσει τη φιλοσοφια, απο δημιουργιας της συστατικο στοιχειο της αμφισβητησης της καθεστηκυιας ταξεως, στην υπηρεσια της διατηρησης αυτης της ταξεως…

…Πρεπει καποτε να τελειωνουμε μ’αυτο το εκκλησιαστικο, ακαδημαϊκο και λογοτεχνικο σεβας. Πρεπει να μιλησουμε για τη συφιλη αυτης της οικογενειας… Πρεπει να πιασουμε απο τ’αυτι τον θεολογο, τον εγελιανο, τον νιτσεϊκο, τον χαϊντεγκεριανο, και να τους οδηγησουμε στα στρατοπεδα της Κολυμα, του Αουσβιτς, στα ρωσικα ψυχιατρεια, στις αιθουσες βασανιστηριων της αργεντινης αστυνομιας, και να απαιτησουμε να μας εξηγησουν… χωρις υπεκφυγες το νοημα των εκφρασεων ‘‘πασα εξουσια εκ Θεου’’, ‘‘ο,τι ειναι πραγματικο ειναι ορθολογικο’’, η ‘‘αθωοτητα του γιγνεσθαι’’…

…Αλλα το πιο φανταστικο αμαλγαμα παρουσιαζεται οταν ο διανοουμενος πετυχαινει… να συνδεσει την κριτικη της πραγματικοτητας με τη λατρεια της δυναμης και της εξουσιας [της ‘‘επαναστατικης’’ εξουσιας]… Ο Σαρτρ, βεβαιωνοντας απειλητικα: ‘‘Δεν μπορειτε να συζητατε τις πραξεις του Σταλιν, εφοσον ειναι ο μονος που κατεχει τις πληροφοριες που τις δικαιολογουν’’ θα παραμεινει αναμφισβητητα το πιο ευγλωττο δειγμα της αυτογελοιοποιησης του διανοουμενου…

 

Παλαια φιλοσοφικη συνηθεια: Ειμαι υποχρεωμενος να σταματησω κατ’ αρχας στους ορους με τους οποιους τιθεται το προβλημα.
Ιστορια. Μ’ αυτη τη λεξη δεν εννοω μονο την ιστορια που εχει γινει, αλλα και την ιστορια που γινεται, οπως και την ιστορια που απομενει να γινει.
Αυτη η ιστορια ειναι, ουσιαστικα, δημιουργια —δημιουργια και καταστροφη. Δημιουργια σημαινει κατι το εντελως αλλο απο την αντικειμενικη απροσδιοριστια ή την υποκειμενικη αδυναμια προ­βλεψης των γεγονοτων και της εξελιξης της ιστοριας. Θα ηταν γε­λοιο αν λεγαμε οτι η εμφανιση της τραγωδιας ηταν απροβλεπτη, και ανοητο αν βλεπαμε τα Κατα Ματθαιον Παθη ως μια συνεπεια της απροσδιοριστιας της ιστοριας. Η ιστορια ειναι ο χωρος οπου το ανθρωπινο ον δημιουργει οντολογικες μορφες — οι δε ιστορια και κοινωνια ειναι οι πρωτες απο αυτες τις μορφες.

Δημιουργια δεν σημαινει κατ’ αναγκην (και ουτε συνηθως) «καλη» δημιουργια ή δημιουργια «θετικων αξιων». Το Αουσβιτς και το Γκουλαγκ ει­ναι δημιουργιες, το ιδιο οπως και ο Παρθενωνας ή τα Principia Mathematica. Ωστοσο, μεταξυ των δημιουργιων της ιστοριας μας, της ελληνοδυτικης ιστοριας, υπαρχει μια που εμεις την αποτιμουμε θετικα και την υιοθετουμε. Ειναι η θεση σε αμφισβητηση, η κριτι­κη, η απαιτηση του λογον διδοναι, προϋποθεση συγχρονως και της φιλοσοφιας και της πολιτικης.

Προκειται για μια θεμελιωδη αν­θρωπινη τοποθετηση — ουδολως καθολικη στην αφετηρια της — , η οποια προϋποθετει οτι δεν υπαρχει καμια εξωανθρωπινη δικαιοδοσια, υπευθυνη εν τελευταια αναλυσει για ο,τι συμβαινει στην ιστορια, οτι δεν υπαρχει αληθινη αιτια της ιστοριας ή (μη ανθρωπινος) δημιουργος της ιστοριας― με αλλα λογια, οτι η ιστορια δεν εγινε απο τον Θεο, απο τη φυση ή απο οποιουσδηποτε «νομους». Ακριβως γιατι δεν πιστευαν σε τετοιους εξωιστορικους καθορι­σμους (περαν του εσχατου οριου της Αναγκης), κατορθωσαν οι Ελληνες να δημιουργησουν τη δημοκρατια και τη φιλοσοφια.

Επανυιοθετουμε, επαναβεβαιωνουμε, θελουμε να επεκτεινουμε αυτην τη δημιουργια. Βρισκομαστε, και θελουμε να βρισκομαστε, μεσα σε μια παραδοση ριζικης κριτικης, γεγονος που συνεπαγεται οτι βρισκομαστε σε μια παραδοση ευθυνης (δεν μπορουμε να επιρριψουμε το σφαλμα στον παντοδυναμο Θεο κλπ.) και σε μια παρα­δοση αυτοπεριορισμου (δεν μπορουμε να επικαλεστουμε καμια εξωϊστορικη νορμα ως γνωμονα του πράττειν μας, το οποιο ωστοσο δεν μπορει να στερειται γνωμονος). Κατα συνεπεια, εναντι αυτου που υπαρχει ηδη, εναντι αυτου που θα μπορει ή θα πρεπει να γινει, οπως και εναντι αυτου που υπηρξε, τοποθετουμαστε ως δρωντες κριτικα. Μπορουμε να συμβαλλουμε ετσι, ωστε αυτο που ειναι να υπαρξει αλλιως. Δεν μπορουμε να αλλαξουμε αυτο που υπηρξε, μπορουμε ομως να αλλαξουμε το βλεμμα επι του υπαρξαντος —βλεμμα που αποτελει ουσιωδες συστατικο των παρουσων στασεων (εστω και αν τις περισσοτερες φορες αυτο συμβαινει μη συνειδητα).

Εν προκειμενω, δεν απονεμουμε, σε πρωτη προσεγγιση, κανενα φιλοσοφικο προνομιο στην παρελθουσα και στην πα­ρουσα ιστορικη πραγματικοτητα. Παρελθον και παρον δεν ειναι τιποτε αλλο απο μαζες ακατεργαστων γεγονοτων (ή εμπειρικων υλικων), εκτος και αν τα εχουμε εκ νεου κριτικα εγγυηθει. Σε μια δευτερη προσεγγιση, εφοσον βρισκομαστε εντευθεν του παρελθον­τος αυτου, και μπορεσε συνεπως αυτο να εισερθει στις προϋποθε­σεις αυτου που στοχαζομαστε και αυτου που ειμαστε, αυτο το πα­ρελθον προσλαμβανει ενα ειδος υπερβασιακης σπουδαιοτητος, γιατι η γνωση του αλλα και η κριτικη που του ασκουμε, αποτελει τμημα του αυτοστοχασμου μας. Και τουτο, οχι μονον επειδη καθιστα φανερη τη σχετικοτητα του παρελθοντος μεσω της γνωσης αλ­λων εποχων, αλλα και επειδη αφηνει να διαφανει η σχετικοτητα της συγκεκριμενης ιστοριας μεσω του στοχασμου που αφορα σε αλλες ιστοριες, ιστοριες που ησαν πραγματι δυνατες, χωρις ομως να εχουν πραγματοποιηθει.

 

Διανοουμενος. Ουδεποτε συμπαθησα (ουτε αποδεχτηκα για λο­γαριασμο μου) αυτον τον ορο, και για λογους αισθητικους, εξαιτιας της αθλιας και αμυντικης υπεροψιας που αυτος ο ορος προϋ­ποθετει, αλλα και για λογους λογικους· ποιος δεν ειναι διανοουμε­νος; Διχως να υπεισελθω σε προβληματα θεμελιωδους βιοψυχολογιας, αν με τον ορο διανοουμενος εννοουμε εκεινον που εργαζεται σχεδον αποκλειστικα με το μυαλο του και σχεδον καθολου με τα χερια του, τοτε αφηνουμε απεξω ανθρωπους, τους οποιους θα θε­λαμε προφανως να συμπεριλαβουμε (γλυπτες και αλλες κατηγοριες καλλιτεχνων) και συμπεριλαμβανουμε ανθρωπους, στους οποιους ασφαλως δεν αποβλεπαμε (πληροφορικους, τραπεζιτες, χρηματιστες κλπ.).

Δεν βλεπω γιατι ενας εξαιρετος αιγυπτιολογος ή ενας μαθηματι­κος, που αδιαφορουν για οτιδηποτε αλλο εξω απο τον επιστημονι­κο τους κλαδο, θα μας ενδιεφεραν ιδιαιτερα. Ξεκινωντας απ’ αυτην την παρατηρηση, θα προτεινα να συμπεριλαβουμε, για τους σκοπους της παρουσας συζητησης, ολους εκεινους που, ανεξαρτητα απο το επαγγελμα τους, επιχειρουν να υπερβουν τη σφαιρα της ειδικευσης τους και ενδιαφερονται ενεργα για ο,τι συμβαινει στην κοινωνια. Αλλα αυτο ειναι, και θα πρεπει να ειναι, ο ορισμος του δημοκρατικου πολιτη, οποιαδηποτε κι αν ειναι η απασχοληση του. (Ας παρατηρησουμε εδω οτι ο ορισμος αυτος ειναι το ακριβως αντιθετο του ορισμου της δικαιοσυνης οπως τον εχει δωσει ο Πλα­των, να ασχολειται δηλαδη κανεις με τις υποθεσεις του και να μην ανακατευεται με τα παντα —πραγμα που δεν πρεπει να μας εκπλησσει, αφου ενας απο τους στοχους του Πλατωνος ειναι να δει­ξει οτι μια δημοκρατικη κοινωνια δεν ειναι δικαιη).

 

Δεν θα προσπαθησω εδω να απαντησω σ’ αυτο το προβλημα. Οι παρατηρησεις μου θα εχουν να κανουν με εκεινους που δια του λογου και της ρητης διατυπωσης γενικων ιδεων, επιχειρησαν ή επιχειρουν να ασκησουν καποιαν επιρροη στην εξελιξη της κοινωνιας τους και στην πορεια της ιστοριας. Ο καταλογος τους ειναι τερα­στιος. Τα ερωτηματα που θετουν τα λεγομενα τους και οι ενεργειες τους ειναι απεριοριστα. Ετσι, θα περιοριστω στη συντομη συζητηση τριων σημειων.

Το πρωτο σημειο αφορα σε δυο διαφο­ρετικους τυπους σχεσεως μεταξυ του στοχαστου και της πολιτικης κοινοτητας, οπως παραδειγματος χαριν τις προβαλλει η ριζικη αντιθεση μεταξυ Σωκρατους, του φιλοσοφου εντος της πολεως, και Πλατωνος, του φιλοσοφου που θελει να ειναι υπερανω της πολεως.

Το δευτερο σημειο ειναι σχετικο με την ταση που κατελαβε τους φιλοσοφους, απο καποια συγκεκριμενη ιστορικη φαση και μετα, να εκλογικευσουν το πραγματικο, δηλαδη να το νομιμοποιησουν. Στην εποχη της οποιας ειδαμε το τελος, γνωρισαμε περιπτωσεις ιδιαιτερως θλιβερες με τους συνοδοιπορους του σταλινισμου, αλλα επισης, με καποιον «εμπειρικα» μεν διαφορετικο, αλλα φιλοσοφι­κα ισοτιμο τροπο, με τον Heidegger και τον ναζισμο.

Θα καταληξω μ’ ενα τριτο σημειο: Με το ερωτημα που θετει η σχεση της κριτικης και της θεωρησης του φιλοσοφου-πολιτη με το γεγονος οτι, σ’ ενα προταγμα αυτονομιας και δημοκρατιας, η πηγη της δημιουργιας, ο κυριος θεματοφυλακας του θεσμιζοντος φαντασιακου, ειναι η με­γαλη πλειονοτης των ανδρων και των γυναικων μιας κοινωνιας, και αυτοι πρεπει να γινουν τα δρωντα υποκειμενα της ρητης πολιτικης.

Ο φιλοσοφος στην Ελλαδα, κατα τη διαρκεια μιας μεγαλης αρχικης περιοδου, υπηρξε συγχρονως και πολιτης. Γι’ αυτο ακριβως εκληθη αρκετες φορες να «νομοθετησει», στην πολη του ή σε καποια αλλη πολη. Ο Σολων ειναι το λαμπροτερο παραδειγμα. Αλλα και το 443 ακομη, οταν οι Αθηναιοι δημιουργησαν στην Ιταλια μια πανελληνια αποικια, τους Θουριους, απο τον Πρωταγορα ζη­τησαν να θεσει τους νομους. Ο τελευταιος αυτης της σειρας — ο τελευταιος μεγαλος εν παση περιπτωσει— ειναι ο Σωκρατης.

Ο Σωκρατης ειναι φιλοσοφος, αλλα ειναι και πολιτης. Συζητει με ολους τους συμπολιτες του στην αγορα. Εχει οικογενεια και παιδια. Συμμετεχει σε τρεις εκστρατειες. Αναλαμβανει το υπατο αξιωμα- ειναι Επιστατης των πρυτανεων (Προεδρος της Δημοκρατιας για μια μερα) ισως στην πιο τραγικη στιγμη της ιστοριας της αθηναϊκης δημοκρατιας, την ημερα της δικης των στρατηγων που νικησαν στις Αργινουσες. Τοτε που, προεδρευοντας στην Εκκλησια του Δημου, αντιμετωπισε θαρ­ραλεα το εξαλλο πληθος και αρνηθηκε να αρχισει παρανομα τη διαδικασια κατα των στρατηγων. Οπως, λιγα χρονια αργοτερα, αρνηθηκε να υπακουσει στις διαταγες των Τριακοντα και να συλλαβει παρανομα ενα πολιτη. Η δικη και η καταδικη του ειναι μια τραγωδια με την κυριολεκτικη σημασια του ορου, οπου θα ηταν ανοητο να ψαξουμε για αθωους και ενοχους.

Οπωσδηποτε, ο Δη­μος του 399 δεν ειναι πια ο Δημος του 6ου και του 5ου αιωνα, και, οπωσδηποτε, η πολις θα μπορουσε να εξακολουθησει να αποδεχεται τον Σωκρατη, οπως το ειχε κανει επι δεκαετιες. Αλλα πρεπει επισης να κατανοησουμε οτι η πρακτικη του Σωκρατη παραβιαζει κυριολεκτικα τα ορια του ανεκτου σε μια δημοκρατια. Η δημοκρατια ειναι το καθεστως που θεμελιωνεται ρητα στη δοξα, στη γνωμη, στην αντιπαραθεση των γνωμων, στη διαμορφωση μιας κοι­νης γνωμης. Η αναιρεση των γνωμων του αλλου ειναι κατι παρα­πανω απο επιτρεπτη και νομιμη, ειναι η ιδια η ανασα της δημοσιας ζωης.

Αλλα ο Σωκρατης δεν περιοριζεται στο να δειξει οτι η Χ ή η Ψ δοξα ειναι λανθασμενη (και δεν προτεινει την δικη του δοξα στη θεση καποιας αλλης). Ο Σωκρατης δειχνει οτι ολες οι δοξες ειναι λανθασμενες, ακομη περισσοτερο, οτι οσοι τις υπερασπιζονται δεν ξερουν τι λενε. Ομως καμια κοινωνικη ζωη και κανενα πολιτικο καθεστως —και η δημοκρατια λιγοτερο απο καθε αλλο— δεν ειναι δυνατα με βαση την υποθεση οτι ολοι οι συμμετεχοντες ζουν σ’ ενα κοσμο ασυναρτητων αντικατοπτρισμων, πραγμα που ο Σωκρατης δειχνει διαρκως.
Βεβαια, η πολις θα μπορουσε να το ανεχτει και αυτο ακομη, το εκανε μαλιστα για μεγαλο διαστημα με τον Σωκρα­τη, οπως και με αλλους. Αλλα ο ιδιος ο Σωκρατης γνωριζε πολυ καλα οτι για την πρακτικη του αυτη θα επρεπε αργα η γρηγορα να λογοδοτησει. Δεν ειχε αναγκη να του προετοιμασουν μιαν απολογια, λεει, γιατι περασε ολη του τη ζωη στοχαζομενος την απολογια που θα παρουσιαζε αν του απευθυνετο κατηγορια. Και ο Σωκρα­της οχι μονο αποδεχεται την αποφαση του δικαστηριου που αποτελειται απο τους συμπολιτες του, ο λογος του στον Κριτωνα, τον οποιο εκλαμβανουμε τοσο συχνα ως ενα λογο ηθικολογικο και ηθι­κοπλαστικο, αποτελει μια εξαιρετη αναπτυξη της θεμελιωδους Ελληνικης ιδεας της διαμορφωσης του ατομου απο την πολη του. Πο­λις ανδρα διδασκει, εγραψε ο Σιμωνιδης. Ο Σωκρατης ξερει οτι γεννηθηκε απο την Αθηνα και οτι δεν θα μπορουσε να ειχε γεννη­θει πουθενα αλλου.

 

Ειναι δυσκολο να σκεφθουμε ενα μαθητη που προδωσε τοσο πο­λυ στην πραξη το πνευμα του δασκαλου του, οσο ο Πλατων. Ο Πλατων αποσυρεται απο την πολη και ιδρυει στις πυλες της μια σχολη για επιλεκτους μαθητες. Δεν γνωριζουμε καμια εκστρατεια στην οποια να ελαβε μερος. Δεν γνωριζουμε αν ειχε οικογενεια. Στην πολη που τον εθρεψε και που τον εκανε αυτο που ειναι δεν προσφερει τιποτα απο ο,τι καθε πολιτης της οφειλει, ουτε στρατιω­τικη θητεια, ουτε παιδια, ουτε αποδοχη δημοσιων ευθυνων. Συκο­φαντει την Αθηνα στον υψιστο βαθμο. Χαρις στην τεραστια σκηνοθετικη του ιδιοφυια, χαρις στη δεινοτητα του ως ρητορα, σοφι­στη και δημαγωγου, θα κατορθωσει να επιβαλει για τους επερχομενους αιωνες την ακολουθη εικονα: Οι πολιτικοι ανδρες των Αθηνων —Θεμιστοκλης, Περικλης— ησαν δημαγωγοι, οι στοχα­στες της σοφιστες (με τη σημασια που ο ιδιος επεβαλε), οι ποιητες της διαφθορεις της πολεως, ο λαος της ενα χυδαιο κοπαδι αφημενο στα παθη και τις ψευδαισθησεις. Πλαστογραφει ενσυνειδητα την ιστορια, ειναι ο πρωτος επινοητης των σταλινικων μεθοδων σε αυτον τον χωρο. ’Εαν γνωριζαμε την ιστορια των Αθηνων μονο απο τον Πλατωνα (Γ’ των Νομων), θα αγνοουσαμε τη ναυμαχια της Σαλαμινας, τη νικη του Θεμιστοκλη και του ελεεινου αυτου δημου των κωπηλατων. [Ο Pierre Vidal-Naquet μου το υπενθυμισε σε φιλικη μας συζητηση]

Θελει να εγκαθιδρυσει μια πολη εκτος χρονου και ιστοριας, που θα κυβερναται οχι απο τον λαο της, αλλα απο τους «φι­λοσοφους». Αλλα ειναι επισης —και αντιθετα προς ολη την προη­γουμενη ελληνικη πειρα, οπου οι φιλοσοφοι ειχαν δειξει μια φρονη­ση πραγματικη, μια σωφροσυνη στην πραξη — ο πρωτος που εγκαινιασε αυτη τη βασικη μωρια, η οποια εκτοτε, και τοσο συχνα, θα χα­ρακτηριζει τους φιλοσοφους και τους διανοουμενους απεναντι στην πολιτικη πραγματικοτητα.

Φιλοδοξει να γινει συμβουλος του πριγκι­πα, στην πραγματικοτητα του τυραννου —φιλοδοξια των φιλοσο­φων και των διανοουμενων, που δεν επαυσε εκτοτε— και αποτυγχανει αξιοθρηνητα, αφου αυτος ο φινος ψυχολογος και ο θαυμασιος πορτρετιστας εκλαμβανει τους βλακες για φωστηρες και τον τυραν­νο Διονυσιο των Συρακουσων για δυναμει βασιλεα-φιλοσοφο, το ιδιο οπως εικοσι τρεις αιωνες αργοτερα ο Heidegger θα εκλαβει τον Χιτλερ και τον ναζισμο ως τις ενσαρκωσεις του πνευματος του γερμανικου λαου και της ιστορικης αντιστασης εναντιον της βασιλειας της τεχνικης.

Ο Πλατων ειναι εκεινος που εγκαινιαζει την εποχη των φιλοσοφων που αποσπωνται απο την πολη, αλλα ταυτοχρονως, κατοχοι της αληθειας, θελουν να της υπαγορευσουν νομους παραγνωριζοντας τελειως την θεσμιζουσα δημιουργικοτητα του λαου, και οι οποιοι φιλοσοφοι, αδυναμοι πολιτικα, εχουν ως υψιστη φιλοδοξια τους να γινουν συμβουλοι του πριγκιπα.

 

Δεν αρχιζει ομως με τον Πλατωνα, και δικαιολογημενα, αυτη η αλ­λη αξιοθρηνητη πλευρα της δραστηριοτητας των διανοουμενων απεναντι στην ιστορια, δηλαδη η εκλογικευση του πραγματικου, με αλλα λογια η νομιμοποιηση των υπαρχουσων εξουσιων. η λατρεια του τετελεσμενου γεγονοτος ειναι οπωσδηποτε αγνωστη και αδυνατη ως σταση πνευματικη στην Ελλαδα. Πρεπει να κατεβουμε ως τους Στωικους για να αρχισουμε να βρισκουμε τετοια σπερματα.

Ειναι αδυνατο να συζητησουμε εδω και τωρα τις απαρχες αυτης της τασης, που προφανεστατα επανασυνδεεται, μεσω μιας τερα­στιας παρακαμψης, με τις αρχαϊκες και παραδοσιακες φασεις της ανθρωπινης ιστοριας, για τις οποιες οι εκαστοτε υπαρχοντες θε­σμοι ειναι ιεροι, και η οποια κατορθωνει τον αθλο να θεσει τη φι­λοσοφια, απο δημιουργιας της συστατικο στοιχειο της αμφισβητησης της καθεστηκυιας ταξεως, στην υπηρεσια της διατηρησης αυτης της ταξεως.

Ωστοσο ειναι αδυνατο να μη δουμε τον Χριστιανι­σμο, απο τις πρωτες μερες του, ως τον ρητο δημιουργο των πνευ­ματικων, αισθηματικων, υπαρξιακων θεσεων, οι οποιες θα στηρι­ξουν επι δεκαοκτω και πλεον αιωνες την καθαγιαση των υπαρχουσων εξουσιων. Το «αποδοτε τα Καισαρος τω Καισαρι» μονο σε συναρτηση με το «πασα εξουσια εκ Θεου» μπορει να ερμηνευθει. Η αληθινη χριστιανικη βασιλεια δεν ειναι αυτου του κοσμου και εξαλλου η ιστορια αυτου του κοσμου, καθισταμενη ιστορια της Σω­τηριας, αυτοματως καθαγιαζεται ως προς την υπαρξη της και τον «προσανατολισμο» της, δηλαδη στο ουσιαστικο της «νοημα».

Εκμεταλλευομενος για τους δικους του σκοπους το ελληνικο φιλοσοφι­κο οπλοστασιο, ο Χριστιανισμος θα προσφερει επι δεκαπεντε αιω­νες τις απαραιτητες συνθηκες για την αποδοχη του «πραγματικου» ως εχει, μεχρι που ο Καρτεσιος θα φτασει να πει: «προτιμαω να αλλαξω ο ιδιος παρα ν’ αλλαξω την ταξη του κοσμου», και προφα­νως ως την κυριολεκτικη αποθεωση της πραγματικοτητας στο εγελιανο συστημα («ο,τι ειναι πραγματικο ειναι ορθολογικο»).

Παρα τα φαινομενα, στον ιδιο κοσμο, κοσμο ουσιαστικα θεολογικο, α-πολιτικο, α-κριτικο, ανηκουν και ο Nietzsche, που διακηρυσσει «την αθωοτητα του γιγνεσθαι», και ο Heidegger, που παρουσιαζει την ιστορια ως Ereignis και Geschick, ελευση του ειναι και δωρεα/ προορισμο του ειναι και απο το ειναι.

Πρεπει καποτε να τελειω­νουμε μ’ αυτο το εκκλησιαστικο, ακαδημαϊκο και λογοτεχνικο σε­βας. Πρεπει τελικα να μιλησουμε για τη συφιλη αυτης της οικογε­νειας, της οποιας προφανως τα μισα μελη πασχουν απο γενικευμενη παραλυση. Πρεπει να πιασουμε απο το αυτι τον θεολογο, τον εγελιανο, τον νιτσεϊκο, τον χαϊντεγκεριανο, και να τους οδηγησου­με στα στρατοπεδα της Κολυμα, του Αουσβιτς, στα ρωσικα ψυχια­τρεια, στις αιθουσες βασανιστηριων της αργεντινης αστυνομιας, και να απαιτησουμε να μας εξηγησουν εδω και τωρα και διχως υπεκφυγες το νοημα των εκφρασεων «πασα εξουσια εκ Θεου», «ο,τι ειναι πραγματικο ειναι και ορθολογικο», «αθωοτητα του γι­γνεσθαι» ή «η ψυχη ισοδυναμει με την παρουσια των πραγμα­των*». [* Martin Heidegger. Γαληνη. "Κανενα ατομο, καμια ανθρωπινη ομαδα, καμια καθαρα ανθρωπινη [;!] οργανωση δεν ειναι εις θεση να παρει στα χερια της τη διακυβερνηση της εποχης μας." Και: "Δεν πρεπει να κανουμε τιποτα, απλως να περιμενουμε."]

Αλλα το πιο φανταστικο αμαλγαμα παρουσιαζεται οταν ο διανοουμενος πετυχαινει, υψιστο κατορθωμα, να συνδεσει την κριτικη της πραγματικοτητας με τη λατρεια της δυναμης και της εξουσιας. Αυτο το κατορθωμα γινεται στοιχειωδες απο τη στιγμη που καπου εμφανιζεται μια «επαναστατικη εξουσια». Απο τη στιγμη εκεινη αρχιζει η χρυση εποχη των συνοδοιπορων, που μπορεσαν να εξα­σφαλισουν την πολυτελεια μιας αντιθεσης φαινομενικα ανενδοτης εναντιον ενος τμηματος της πραγματικοτητος, της πραγματικοτητος «οικοι», με την αποθεωση ενος αλλου τμηματος αυτης της ιδιας πραγματικοτητες — εκει κατω, αλλου, στη Ρωσια, στην Κινα, στην Κουβα, στην Αλγερια, στο Βιετναμ ή και στην Αλβανια.

Ελαχιστοι ειναι, μεσα στα μεγαλα ονοματα της δυτικης ιντελιγκεντσιας, οσοι δεν εκαναν σε καποια στιγμη μεταξυ του 1920 και του 1970, αυτην «τη θυσια της συνειδησης», πότε — λιγοτερο συχνα— με παιδαριω­δη ευπιστια και αλλοτε —συχνοτερα— με την πιο γελοια κατεργα­ρια. Ο Σαρτρ, βεβαιωνοντας απειλητικα: «Δεν μπορειτε να συζητα­τε τις πραξεις του Σταλιν, εφοσον ειναι ο μονος που κατεχει τις πληροφοριες που τις δικαιολογουν», θα παραμεινει αναμφισβητητα το πιο ευγλωττο δειγμα της αυτογελοιοποιησης του διανοουμενου.

Απεναντι σ’ αυτο το οργιο της ευσεβους διαστροφης και της εκτροπης της χρησης του λογικου, πρεπει να διακηρυξουμε εντονα αυτο το προφανες, που ομως παραμενει βαθια παραχωμενο: Δεν υπαρχει κανενα προνομιο της πραγματικοτητος, ουτε φιλοσοφικο, ουτε κανονιστικο, το παρελθον δεν αξιζει περισσοτερο απ’ ο,τι το παρον, και το παρον δεν ειναι μοντελο, αλλα υλικο. Η παρελθουσα ιστορια του κοσμου δεν καθαγιαζεται και θα μπορουσε μαλλον να ειχε καταδικαστει στο πυρ το εξωτερον απο το γεγονος οτι η ιστορια αυτη εχει παραμερισει αλλες ιστοριες οντως δυνατες. Οι ιστοριες αυτες εχουν ιση σημασια για το πνευμα, ενδεχομενως με­γαλυτερη αξια για τις πρακτικες συμπεριφορες μας απ’ ο,τι η «πραγματικη» ιστορια. Η εφημεριδα μας δεν περιεχει, οπως πι­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστικη πρωινη μας προσευχη», αλλα μαλ­λον την καθημερινη σουρεαλιστικη μας φαρσα. Περισσοτερο απο ποτε, ενδεχομενως σημερα. Οτι κατι εμφανιζεται το 1987, δημιουργει εκ πρωτης οψεως και μεχρις αποδειξεως του εναντιου ενα ισχυρο τεκμηριο οτι αυτο το πραγμα ενσαρκωνει τη βλακεια, την ασχημια, τη μοχθηρια και τη χυδαιοτητα.

Αποκατασταση, επανεγκαθιδρυση, επαναθεσμιση μιας αυθεντικης αποστολης του διανοουμενου στην ιστορια σημαινει ασφαλως, κατα πρωτον και κυριο λογο, αποκατασταση, επανεγκαθιδρυση, επαναθεσμιση της κριτικης του λειτουργιας. Ακριβως διοτι η ιστορια ειναι παντοτε, ταυτοχρονα, δημιουργια και καταστροφη, και η δη­μιουργια (οπως και η καταστροφη) αφορα το υψηλο εξισου με το τερατωδες, για τον λογο αυτο η διαυγαση και η κριτικη αποτελουν καθηκον, περισσοτερο παντος αλλου, εκεινου που εξ επαγγελματος και ως εκ της θεσεως του μπορει να αποστασιοποιηθει απο το καθημερινο και το πραγματικο: του διανοουμενου.

Εκεινου που βρισκεται σε αποσταση, οσο τουτο ειναι δυνατον, και απο τον ιδιο τον εαυτο του. Και αυτο δεν παιρνει μονο τη μορ­φη της «αντικειμενικοτητας», αλλα και τη μορφη του διαρκους αγωνος να υπερβει την ειδικευση του, να κατορθωσει ετσι ωστε να τον αφορα παντοτε ο,τι ειναι σημαντικο για τους ανθρωπους.
Αυτες οι στασεις θα μπορουσαν να τεινουν βεβαια στον διαχω­ρισμο του υποκειμενου τους απο τη μεγαλη μαζα των συγχρονων τους. Αλλα υπαρχει διαχωρισμος και διαχωρισμος. Δεν θα βγουμε απο τη διαστροφη που εδωσε τον χαρακτηρα της στον ρολο των διανοουμενων απο τον Πλατωνα και εφεξης, και για μια ακομη φορα εδω και εβδομηντα χρονια, παρα μονο αν ο διανοουμενος ξαναγινει πραγματικα πολιτης. Πολιτης δεν ειναι (δεν ειναι αναγκαστικα) το «ενεργο κομματικο μελος», αλλα καποιος που διεκδικει ενεργα τη συμμετοχη του στη δημοσια ζωη και στα κοινα, στον ιδιο βαθμο με ολους τους αλλους.

Κι εδω προδηλως εμφανιζεται μια αντινομια, αντινομια που δεν επιδεχεται θεωρητικη λυση και που μονον η φρονησις μπορει να μας επιτρεψει να υπερβουμε. Ο διανοουμενος πρεπει να θελει τον εαυτο του πολιτη οπως κι οι αλλοι, και φιλοδοξει να απηχει, de iure, την παγκοσμιοτητα και την αντικειμενικοτητα. Δεν μπορει να σταθει σ’ αυτον τον χωρο εαν δεν αναγνωρισει τα ορια που η υποτιθεμενη αντικειμενικοτητα και παγκοσμιοτητα του επιτρε­πουν.
Οφειλει να αναγνωρισει, και οχι σιωπηρα, οτι αυτο που θε­λει να ακουστει ειναι μια ακομη δοξα, και οχι μια επιστημη. Πρε­πει κυριως να αναγνωρισει οτι η ιστορια ειναι η περιοχη οπου εκδιπλωνεται η δημιουργικοτητα ολων, ανδρων και γυναικων, λογιων και αναλφαβητων, μιας ανθρωποτητας, οπου o ιδιος o διανοουμε­νος δεν ειναι παρα ενα ατομο.
Να ειναι δημοκρατης και να μπορει, αν το κρινει ετσι, να πει στο λαο: Κανετε λαθος! — ιδου τι πρε­πει ακομη να απαιτουμε απο τον διανοουμενο. Ο Σωκρατης μπορεσε να το κανει στη δικη των Αργινουσων — η περιπτωση εμφα­νιζεται, εκ των υστερων, προφανης, εκτος του οτι o ιδιος στηριζο­ταν σ’ εναν τυπικο κανονα δικαιου.

Τα πραγματα ειναι συχνα πολυ πιο σκοτεινα. Κι εδω, μονο η φρονηση και το γουστο, η καλαισθη­σια, μπορουν να μας επιτρεψουν να ξεχωρισουμε την αναγνωριση της δημιουργικοτητας του λαου απο την τυφλη λατρεια της «δυνα­μης των γεγονοτων». Και δεν πρεπει να μας εκπλησσει το γεγονος οτι βρισκουμε αυτον τον ορο στο τελος αυτων των παρατηρησεων. Αρκουσε να διαβασει κανεις πεντε γραμμες του Σταλιν για να κα­ταλαβει οτι η επανασταση δεν μπορουσε να ειναι αυτο το πραμα.

[1987]

μτφρ. Κωστας Σπαντιδακης

 

υποτακτικοι διανοουμενοι | Noam Chomsky

http://www.chomsky.info/interviews/20031028.htm

«…O Hans Morgenthau, επιφανης λογιος, επεκρινε καποτε την κομφορμιστικη μας δουλικοτητα εναντι των ισχυρων. Αναφεροταν στους διανοουμενους των ΗΠΑ και της Δυσης γενικα, στην κατασταση που ισχυει σε ολη την καταγεγραμμενη ιστορια: οι επιφανεις διανοουμενοι ολων των κοινωνιων ειναι εκεινοι που διακρινονται για την υποτακτικη σταση τους εναντι της εξουσιας. Οσοι αναλαμβανουν στοιχειωδεις ανθρωπινες ευθυνες, υφιστανται τη μια μορφη καταπιεσης ή την αλλη.
[…]
αν οι ανθρωποι ειναι προθυμοι ν’αναλαβουν τις ευθυνες τους, ενας καλυτερος κοσμος ειναι εφικτος. Δυστυχως… σε ολη την ιστορια, εκεινοι που εχουν καθε ευκαιρια στα χερια τους, καθε προνομιο, τεινουν στην εθελοδουλεια. Αγωνιζονται για καλυτερο κοσμο οι καταπιεσμενοι, οι μη προνομιουχοι, εκεινοι που υφιστανται αντιποινα και στερησεις.
[…]
Αυτο που τρομαζει τους ανθρωπους δεν ειναι η αστυνομια, αλλα η συκοφαντηση, η διαπομπευση. Η σημαντικη παρεκκλιση απο την την καθεστωτικη ορθοτητα αντιμετωπιζεται με οργιλες επιθεσεις, ψευδολογια και συστηματικη διαβολη. Η διαρκης, εξακολουθητικη ψευδολογια γινεται αληθεια. Εισαι αρνητης του ολοκαυτωματος και διαφορα αλλα.
[…]
Οι ΗΠΑ εμποδισαν με βετο ψηφισματα του ΟΗΕ που καλουσαν ολα τα κρατη να σεβονται τη διεθνη νομοθεσια. Εθεσαν βετο στο Συμβουλιο Ασφαλειας για να εμποδισουν επικυρωση της ετυμηγοριας του Διεθνους Δικαστηριου που καταδικαζε τις ΗΠΑ για διεθνη τρομοκρατια. Κανεις δεν αναφερεται σ’ολα αυτα, κανεις δεν τα ξερει, ειναι ανυπαρκτα. Μιλας γι’αυτα τα θεματα στο πανεπιστημιο ή στα γραφεια των εφημεριδων, και κανεις δεν εχει ιδεα. Αυτο πετυχαινεις οταν εχεις την ισχυ, και μια εξαιρετικα δουλοπρεπη καστα διανοουμενων. Οπως το ειπε κι ο Morgenthau, ολα αυτα ειναι εκτος ιστορικης πραγματικοτητας, δεν εγιναν ποτέ…»

 

*

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s